τέμνω + σιτίον

Validation

No

Last modification

Wed, 10/12/2022 - 12:00

Word-form

στόμα

Transliteration (Word)

stoma

English translation (word)

mouth

Transliteration (Etymon)

temnō + sition

English translation (etymon)

to cut + bread

Author

Orion

Century

5 AD

Source

Idem

Ref.

Etymologicum, sigma, p. 145

Ed.

F. Sturz, Orionis Thebani etymologicon, Leipzig, Weigel, 1820

Quotation

Στόμα. τόμα τὶ ἐστὶ, τὸ τέμνον τὰ σιτία

Translation (En)

Stoma "mouth", is a cut (toma), that which cuts (temnon) bread (sitia)

Comment

Compositional etymology in which σιτία is integrated in order to provide the initial [s].

Parallels

Meletius, De natura hominis, p. 79 (συνεργεῖ γὰρ τῷ στόματι ἡ γλῶσσα καὶ οἱ ὀδόντες· τὸ μὲν γὰρ τέμνει τὰ σιτία, οἱ δὲ λεαίνουσιν, ἡ δὲ παραπέμπει τοῖς τέμνουσιν ἢ λεαίνουσιν τῶν ὀδόντων); Choeroboscus, Epimerismi in Psalmos, p. 180 (στόμα, παρὰ τὸ τέμω, τεμῶ, ἢ παρὰ τὸ τὰ σιτία τέμνειν); Etym. Gudianum, sigma, p.512 (Στόμα, παρὰ τὸ τέμνω, τέτομα, τόμα καὶ στόμα· ἐτυμολογεῖται δὲ παρὰ τὸ τὰ σιτία τέμνειν); Joannes Mauropus, Etymologica nominum 174-175 (Κοινῆς πύλης δὲ σώματος τομὴ στόμα, | καὶ σῖτα τέμνει καὶ τὸ πᾶν σῶμα τρέφει); Etym. Magnum, Kallierges, p. 728 (Στόμα: Ἀπὸ τοῦ τέμνω, τέτομα, τόμα καὶ στόμα· ἢ παρὰ τὸ τὰ σιτία ἀμᾶν. Στόμα δὲ λέγεται ἢ ἐπειδὴ δι’ αὐτοῦ τέμνονται τὰ σιτία, ἢ ἐπειδὴ αὐτὸ μόνον τὸ μέρος τετμημένον ἐστὶ τῆς ὄψεως); Scholia in Lycophronem 4 (στόμα παρὰ τὸ τέμνειν τὰ σιτία)

Modern etymology

Cognate with Av. staman- "mouth" (of a dog), Welsh safn "jaw-bone" , from PIE *steh3-mn- (Beekes, EDG)

Persistence in Modern Greek

Yes

Entry By

Le Feuvre