λίαν + μένω

Validation

No

Last modification

Fri, 10/21/2022 - 17:00

Word-form

λίμνη

Transliteration (Word)

limnē

English translation (word)

pool of standing water

Transliteration (Etymon)

lian + menō

English translation (etymon)

very much + to stay

Author

Orion

Century

5 AD

Source

Idem

Ref.

Etymologicum, lambda, p. 91

Ed.

F. Sturz, Orionis Thebani etymologicon, Leipzig, Weigel, 1820

Quotation

Λίμνη. τὰ συνεστῶτα ὕδατα. παρὰ τὸ λίαν καὶ διόλου μένειν. διὸ καὶ ὁ <Ὠκεανὸς>, ἀκαλαρείτης ὤν. ἢ παρὰ τὸ λείβειν, ὅ ἐστι ῥεῖν  [The text has †ὁ κενος, the formulation is restored after the Etym. Magnum]

Translation (En)

Limnē "pool of standing water". The standing waters. From the fact that they stay still (menein) very much (lian) and completely. That is why Ocean too (is a limnē), as it flows softly. Or from leibein "to pour", that is, "to flow"

Comment

The etymology provided for λίμνη is the same as for λιμήν (see λιμήν / λίαν + μένω). In so far as λίμνη is derived from λιμήν, the fact that the same etymology is provided for both is expected.

Parallels

Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, lambda 22 (εἰ δὲ σημαίνει τὴν λίμνην γράφεται διὰ τοῦ ⸤ι, καὶ γίνεται παρὰ τὸ λίαν μένει⸥ν ἐν αὐτῇ τὸ ὕδωρ. κλίνεται λίμνη λίμνης); Etym. Gudianum, lambda, p. 368 (idem); Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, lambda 34 (ὡς γὰρ παρὰ τὸ πατήρ πάτρη, μήτηρ μήτρη, ποιμήν ποίμνη, οὕτως λιμήν λίμνη. οἱ δὲ παρὰ τὸ λίαν μένειν); Etym. Gudianum, lambda, p. 370 (Λίμνη, ἡ συναγωγὴ τῶν ὑδάτων· εἴτε παρὰ τὸ λείβειν, εἴτε παρὰ τὸ λίαν μένειν ἐν αὐτῷ τὰ πλοῖα, ὃ καὶ μᾶλλον στάσιμον τὸ ὕδωρ τῶν λίμνων); Joannes Mauropus, Etymologica nominum 68 (ὕδωρ δ’ ἐφεστὸς ἐν λίμναις λίαν μένει); Eustathius, Comm. Il. 3, 436 Van der Valk (Λίμνη δὲ συνήθως παρὰ τῷ ποιητῇ ἡ θάλασσα διὰ τὸ μὴ ἀπορρέειν κατὰ ποταμούς, ἀλλὰ λίαν μένειν, ὃ καὶ τὴν ἁπλῶς λίμνην καὶ τὸν λιμένα δὲ ποιεῖ); Etym. Magnum, Kallierges, p. 566 (Λίμνη: Τὰ συνεστῶτα ὕδατα· παρὰ τὸ λίαν καὶ διόλου μένειν· διὸ καὶ ὁ Ὠκεανὸς, ἀκαλαρείτης ὢν, λίμνη κέκληται· ‘Ἠέλιος δ’ ἀνόρουσε λιπὼν περικαλλέα λίμνην’. Οὕτως εὗρον ἐν ὑπομνήμασι τῆς Ἰλιάδος. Καὶ ἐν ἄλλῳ, παρὰ τὸ λείβειν, ὅ ἐστι ῥεῖν. Καὶ λιμὴν ὁμοίως, παρὰ τὸ λίαν μένειν ἐν αὐτῷ τὸ ὕδωρ. Λίμνη λέγεται καὶ ἐπὶ τῆς θαλάσσης); Scholia in Batrachomyomachia 10 (λίμνη λέγεται καὶ ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἁπλῶς σύστημα τῶν ὑδάτων. ἐτυμολογεῖται δὲ ἀπὸ τοῦ λίαν μένειν· οὐ γὰρ τὰ ῥέοντα ὕδατα λίμναι λέγονται, ἀλλὰ τὰ ἱστάμενα); Scholia in Oppianum, Hal. 1.47 (λίμνης· θαλάσσης· λίμνη ἀπὸ τοῦ λίαν μένειν τὸ ὕδωρ ἐν αὐτῇ· οὔτε γὰρ αὐξάνεται, οὔτ’ ἐλαττοῦται, πολλῶν εἰς αὐτὴν ποταμῶν κατερχομένων. λέγει θαλάσσης ἀπὸ τοῦ λίαν μένειν); ibid., Hal. 1.114 (Λίμναις· ἀπὸ τοῦ λίαν μένειν)

Modern etymology

Λίμνη is a derivative of λιμήν "harbour"

Persistence in Modern Greek

The word is used in Modern Greek to designate 1. 'the lake' and 2. any accumulated liquid, e.g., "λίμνη αίματος".

Entry By

Le Feuvre