εἴργω
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Reference
Edition
Source
Ref.
Ed.
Quotation
(Theodoridis) εἱρκτή· ἐκ τοῦ εἵργω, τὸ κωλύω, ὁ μέλλων εἵρξω καὶ εἱρκτή
Translation (En)
heirktē "prison" : from eirgō "to hinder", the future is heirxō, and heirktē
Parallels
Herodian, Περὶ ορθογραφίας, Lentz III/2, p. 502 (εἱρκτή: ἡ φυλακή διὰ τῆς ει διφθόγγου. τοῦ γὰρ εἵργω τὴν δίφθογγον ἐφύλαξεν); Pollux, Onomasticon 8.72 (εἰρχθῆναι ἐν ξύλῳ, ἐν τῇ ποδοκάκῃ. εἰργμός εἰρκτή); Orion, Etymologicum, epsilon, p. 63 (Εἱρκτή. εἵργω· ὁ μέλλων εἵρξω· καὶ εἱρκτή); Orion, Etymologicum (excerpta e cod. Darmstadino 2773), epsilon, p. 613 (εἰρκτὴ, παρὰ τὸ εἴργω εἵρξω); Theognostus, Canones sive De orthographia 89 (σεσημείωται τὸ εἴργω τὸ κωλύω, ἐξ οὗ καὶ εἰρκτὴ διὰ τῆς ει διφθόγγου· καὶ μήποτε παρὰ τὸ ἔργω ἐστὶν ἐν πλεονασμῷ τοῦ ι, καὶ οὐ γνησίαν ἔχει τὴν δίφθογγον); Choeroboscus, De spiritibus, p. 214 (σημείωσαι δὲ, ὅτι τὸ εἱρμὸς καὶ εἱρκτὴ, κᾂν τὸ μὲν, ἀπὸ τοῦ Εἴρω, τὸ συμπλέκω, τὸ δὲ ἀπὸ τοῦ Εἴργω, τὸ κωλύω, γίνονται, δασύνονται); Etym. Gudianum Additamenta, epsilon, p. 428 (Εἱρκτή· φυλακή· ἐκ τοῦ εἵργω, τὸ κωλύω, [οὗ] ὁ μέλλων εἵρξω καὶ εἱρκτή); ibid., p. 517 (⟦Ἔ⟧ργω· σημαίνει δύο· τὸ κωλύω, ὃ καὶ εἵργω λέγεται, ἐξ οὗ καὶ εἱρκτή· καὶ ἔργω, τὸ παχύνω, ἐξ οὗ καὶ ἔρξαι, τὸ παχῦναι); Eustathius, Comm. Od., vol. 2, p. 79 (γίνεται δὲ τὸ ἕρξαν ἀπὸ τοῦ ἔργω, οὐ τοῦ δηλοῦντος τὸ πράττω, ὃ καὶ τρισυλλάβως ἐέργω λέγεται, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ ἔοργα, ἀλλὰ τοῦ σημαίνοντος τὸ ἐγκλείω, ἀφ’ οὗ τὸ εἴργω τὸ παρ’ Ἀττικοῖς δασυνόμενον, ὡς ἡ εἱρκτὴ δηλοῖ καὶ ἡ κάθειρξις); Etym. Magnum, Kallierges, p. 303 (Εἱρκτή: Παρὰ τὸ εἴργω, τὸ κωλύω· τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἐέργω, κατὰ κρᾶσιν τῶν δύο ΕΕ εἰς τὴν ΕΙ δίφθογγον); Etym. Symeonis, epsilon 183 (Εἰρκτή· παρὰ τὸ εἴργω, τὸ κωλύω· εἴρξω εἶρχα εἶργμαι εἶρξαι εἶρκται εἰρκτή); ibid., epsilon 819 (<Ἔρχαται καὶ> ἔρχατο· ἀπὸ τοῦ εἴργω· ἐξ οὗ καὶ εἰρκτή, ὁ παρακείμενος εἶρχα εἶργμαι εἶρκται)








Comment
Correct derivational etymology