κυκάω
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
Κῦμα. κύω, κυήσω, κύημα, καὶ συγκοπῇ κῦμα. οἱ δὲ παρὰ τὸ κυκῶ, κυκήσω, κύκημα καὶ κῦμα.
Translation (En)
Kuma "wave". Kuō "to conceive", <future> kuēsō, <derivative> kuēma and by syncope kuma. For others, from kukō "to stir", <future> kukēsō, <derivative> *kukēma, and kuma
Parallels
Epimerismi homerici Il. 1.483b (κῦμα: παρὰ τὸ κύω ῥῆμα πρώτης συζυγίας τῶν περισπωμένων, ὁ μέλλων κυήσω, ῥηματικὸν ὄνομα κύημα καὶ κατὰ συγκοπὴν κῦμα· ἐξ οὗ καὶ τὸ κυ μακρόν. οἱ δὲ παρὰ τὸ κυκῶ, κυκήσω, κύκημα καὶ κατὰ συγκοπὴν κῦμα καὶ ἐντεῦθεν τὸ κυ μακρόν. καὶ προπερισπᾶται); Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, kappa 133 (κῦμα: […] ἢ ἀπὸ πάθους ποιητικὸν παρὰ τὸ κύω· ἢ παρὰ τὸ κυῶ κύημα καὶ ἐν συγκοπῇ κῦμα· ἢ παρὰ τὸ κυκῶ ‘κυκώμενον ἵστατο κῦμα’ (Φ 240), ὡς μονώνυχες μώνυχες); ibid., kappa 18 (⸤κύματα (Β 144): ἐκ τοῦ⸥ κυκῶ δευτέρας συζυγίας τῶν περισπωμένων.); Choeroboscus, Epimerismi in Psalmos, p. 145 (Κῦμα παρὰ τὸ κυκῶ τὸ παράγω (ταράττω·) ἔστι δὲ τὸ κῦ μακρόν.); Etym. Gudianum, kappa p. 353 (Κῦμα, ἀπὸ τοῦ κύημα, ὥσπερ καὶ οἶμα λέγεται, ἀντὶ τοῦ οἴδημα· ἢ κῦμα τὸ κυρτούμενον ἅμα· ἢ παρὰ τὸ κυκῶ τὸ ταράσσω κύκημα καὶ ἐν συναιρέσει κῦμα· ἢ παρὰ τὸ κύω τὸ ὀγκοῦμαι); Eustathius, Comm. Il., vol. 4, p. 489 (Τὸ δὲ κυκᾶσθαι καιρία ἐστὶ λέξις. διὸ καὶ πολλάκις ἐνταῦθα ὁ ποιητὴς αὐτῇ χρᾶται. παράγεται δὲ ἀπ’ αὐτῆς τὸ κῦμα, ὡς ἐν τῷ «κυκώμενον ἵστατο κῦμα» ἐμφαίνει ὁ ποιητής, ἐγγὺς τοῦ κυκᾶσθαι τὸ κῦμα θέμενος τρόπῳ ἐτυμολογικῷ, καὶ κυματίαν οὕτω δείξας τὸν ποταμόν); ibid., vol. 4, p. 492 (τὸ γὰρ κῦμα, ἐπεί, ὡς ἐρρέθη, ἐκ τοῦ κυκᾶν λέγεται, τινός ἐστι κῦμα, ἤγουν κύκημα. ἐνταῦθα οὖν ποταμίου ῥόου κῦμά ἐστιν); Etym. Magnum, Kallierges, p. 545 (Κῦμα: Κυῶ, κυήσω, κύημα, καὶ κῦμα· παρὰ τὸ κύω, τὸ κυόμενον· ἢ παρὰ τὸ κυκῶ συζυγίας δευτέρας τῶν περισπωμένων· καὶ ἡ χρῆσις, Δεινὸν δ’ ἀμφ’ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα’); Scholia in Oppianum, Hal. 1.225 (κῦμα γίνεται ἐκ τοῦ κυκῶ δευτέρας συζυγίας τῶν περισπωμένων. καὶ ἡ χρῆσις· „δεινὸν [δ’] ἀμφ’ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα“).
The etymology is implicit in the Greek Anthology (AP 7.214.7-8): ἦ γὰρ ἴσον πρηῶνι Μαλείης ὡς ἐκυκήθη | κῦμα, πολυψήφους ὦσέ σ’ ἐπὶ ψαμάθους; and in the Appendix to the Greek Anthology (AP Appendix, Oracula 220.4): φθερσίβροτόν τ’ ἐπὶ κῦμα κυκωομένου πολέμοιο








Comment
Derivational etymology. It is based on the co-occurrence of the two words in a Homeric line (Il. 21.240 κυκώμενον ἵστατο κῦμα), as underlined in the Epimerisms. Greek etymologists were used to taking a textual co-occurrence as a proof of an etymological link: this is explicit in Eustathius (see Parallels).