λιπαίνω

Validation

No

Last modification

Mon, 02/12/2024 - 17:52

Word-form

λιπαρός

Transliteration (Word)

liparos

English translation (word)

shining with oil

Transliteration (Etymon)

lipainō

English translation (etymon)

to anoint with oil

Author

Epimerismi homerici

Century

9 AD

Source

idem

Ref.

Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, lambda 3

Ed.

A.R. Dyck, Epimerismi Homerici: Pars altera. Lexicon αἱμωδεῖν [Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker (SGLG) 5.2] Berlin - New York: De Gruyter, 1995

Quotation

λιπαροῖσιν (Β 44): ἀπὸ τοῦ λιπάναι γίνεται λιπαρός. τὰ γὰρ εἰς ναι ἀπαρέμφατα ποιοῦσιν εἰς ρος ὀνόματα ἰσοσυλλαβοῦντα τοῖς ῥήμασι καὶ ἢ τῷ α παραλήγεται ἢ τῷ ε· μιαίνω μιαρός, χλιαίνω χλιαρός, θλιβῆναι θλιβερός, στυγῆναι στυγερός, μυσάναι μυσαρός, τακῆναι τακερός.

Translation (En)

Liparoisi "shiny with oil": from lipanai "to anoint" [aor. of lipainō] comes liparos. For verbs in -nai derive nouns in -ros with the same number of syllables as the verbs, and with in the penultimate either /a/ or /e/ : miainō "to stain", miaros "stained", khliainō "to warm", khliaros "warm", thlibēnai "to chafe", thliberos "chafing", stugēnai "to abhor", stugeros "horrible", *musanai, musaros "dirty", takēnai "to melt", takeros "melting"

Comment

Correct derivational etymology, justified by parallels. On the more or less accurate character of the parallels, see χλιαρός / χλιαίνω

Parallels

ibid., sigma 30 (τὰ εἰς ναι λήγοντα ἀπαρέμφατα⸥ εἰώθασιν ἀντιπαρακεῖσθαι ὀνόμασιν εἰς ρος, ⸤οἷον μιᾶναι μιαρός, λιπᾶναι⸥ λιπαρός, οὕτως οὖν στιβῆναι καὶ Δωρικῶς ⸤τρέπεται τὸ η εἰς α στιβάναι καὶ ἐξ αὐτοῦ στιβαρός); Etym. Gudianum, sigma, p. 511-512 (τοῖς εἰς ναι λήγουσιν ἀπαρεμφάτοις εἰώθασιν ἀντιπαρακεῖσθαι ὀνόματα εἰς ρος, οἷον, μιάναι μιαρὸς, λιπάναι λιπαρὸς, οὕτως οὖν στιβῆναι, καὶ Δωρικῶς τρέπεται τὸ ἦτα εἰς α, στιβᾶναι, καὶ ἐξ αὐτοῦ στιβαρός) ; ibid., lambda, p. 371 (Λιπαρῇσιν, ἀπὸ τοῦ λιπαίνω γίνεται λιπαρός· τὰ γὰρ εἰς ναι ἀπαρέμφατα ποιοῦσιν εἰς ρος ὀνόματα ἰσοσύλλαβα τοῖς ῥήμασι, καὶ ἢ τῷ α παραλήγει ἢ τῷ ε. μιάναι μιαρὸς, χλιάναι χλιαρὸς, θλιβῆναι θλιβερὸς, στυγῆναι στυγερὸς, μυσάναι μυσαρὸς, τακῆναι τακερὸς, λιπάναι λιπαρός); Etym. Magnum, Kallierges, p. 566 (λιπαίνω… Ἀπὸ δὲ τοῦ λιπάναι, γίνεται λιπαρός. Τὰ γὰρ εἰς ΝΑΙ ἀπαρέμφατα ποιοῦσιν εἰς ΡΟΣ ὀνόματα ἰσοσύλλαβα τοῖς ῥήμασι· καὶ ἢ τῷ α παραλήγεται, ἢ τῷ ε· μιάναι, μιαρός· μυσάναι, μυσαρός· χλιάναι, χλιαρός· θλιβῆναι, θλιβερός· στυγῆναι στυγερός· τακῆναι, τακερός); ibid., p. 812 (Χλιαρός: Παρὰ τὸ χλιαίνω); ibid., p. 274 (Παρὰ τὸ διαίνω, τὸ ὑγραίνω, γίνεται διαρὸς, ὡς μιαίνω, μιαρός· λιπαίνω, λιπαρός· καὶ τροπῇ, διερός)

Modern etymology

Belongs with λιπαίνω, λίπος "fat" (noun), λίπα. PIE *leip- "to stick". Cognate with Ved. rip- (f.) "defilement", riprá- (n.) "dirt", répas- (n.) "dirt, stain" (Beekes, EDG)

Persistence in Modern Greek

MG still has λιπαρός "fat, greasy" as a learned word

Entry By

Le Feuvre