θηλή
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
τὸ δὲ “θῆλυ” ἀπὸ τῆς θηλῆς τι φαίνεται ἐπωνομάσθαι
Translation (En)
And thēlu "female" seems to be named after thēlē "teat"
Other translation(s)
Et thēlu "femelle" semble tirer son nom de thēlē "mamelon"
Parallels
Philoxenus, fr. 102 (Θῆλυς· παρὰ τὸ θῶ, τὸ τρέφω, ἀφ’ οὗ ῥηματικὸν ὄνομα θηλή, καὶ τροπῇ τοῦ η εἰς υ θῆλυς, ὡς κάρη κάρυς καὶ κόρυς· εἴρηται γὰρ καὶ κάρη θηλυκόν, ὡς παρὰ Καλλιμάχῳ (fr. 110, 40 Pf.)· „σήν τε κάρην ὤμοσα σόν τε βίον“); Etym. Gudianum, theta, p. 261 (Θῆλυς καὶ θήλεια. ἔστι ῥῆμα θῶ καὶ δηλοῖ τὸ τρέφω, ὁ μέλλων θήσω, παρ’ οὗ θηλὴ ὄνομα ῥηματικὸν, καὶ τροπῇ τοῦ η εἰς υ θῆλυς, οὗ γένος θηλυκὸν θήλεια. οὕτω Φιλόξενος. θηλὴ ὡς κάρη, κάρης καὶ κάρις. εἴρηται δὲ καὶ κάρη, φησὶν ὁ Καλλίμαχος); Etym. Magnum, Kallierges, p. 450 (Θηλαμών : [...] Ἐκ τοῦ θήσω οὖν γίνεται ῥηματικὸν ὄνομα θηλή· καὶ τροπῇ, θῆλυς, ὡς κάρη, κάρυς. Εἴρηται γὰρ καὶ θηλυκῶς κάρη, ὡς παρὰ Καλλιμάχῳ, ἥν τε κάρην ὤμοσα σόν τε βίον); Lexicon de Atticis nominibus, entry 64 (θῆλυ. ἀπὸ τῆς θηλῆς, τοῦτο ἀπὸ τοῦ θάλλειν καὶ ποιεῖν)
Bibliography
NB: notice that θῆλυς is originally a noun in Greek, not an adjective. See C. Le Feuvre, « Védique vádhri-, vŕ̥ṣan-, dhārú-, grec *ἔθρις, ἄρσην / ἔρσην, θῆλυς. Conversion et dérivation ». Lyuke wmer ra. Indo-European Studies in honor of Georges-Jean Pinault, éd. H. Fellner, M. Malzahn, M. Peyrot. Ann Arbor, Beech Stave, 2021, p. 319-330
Comment
Derivational etymology: both words are -l-derivatives of the same root and differ only by the final vowel