*γῶ

Validation

No

Last modification

Sun, 03/19/2023 - 22:02

Word-form

γρώνη

Transliteration (Word)

grōnē

English translation (word)

hole

Transliteration (Etymon)

*gō

English translation (etymon)

to give room [=χωρῶ]

Author

Philoxenus

Century

1 BC

Reference

fr. *81

Edition

C. Theodoridis, Die Fragmente des Grammatikers Philoxenos [Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker (SGLG) 2. Berlin: De Gruyter, 1976

Source

Orion

Ref.

Etymologicum, gamma, p. 44

Ed.

F.W. Sturz, Orionis Thebani etymologicon, Leipzig: Weigel, 1820 (repr. Hildesheim: Olms, 1973): 1-172

Quotation

Γρώνη· παρὰ τὸ γῶ γώνη, καὶ προσθέσει τοῦ ρ γρώνη· ἡ δεχομένη τὰ σχοινία πέτρα.

Translation (En)

Grōnē "hole": from * "to give room", *gōnē, and by addition of [r] grōnē, the <hollow> rock holding the ropes [= to which are fastened the moorings].

Other translation(s)

Grōnē « cavité » : à partir de * « faire place » *gōnē, et par ajout du [r] grōnē, le rocher <creux> qui tient les cordages de jonc [= auquel on attache les amarres].

Comment

Derivational etymology implying one formal change, semantically rather loose

Parallels

Lexicon αἱμωδεῖν, gamma 34 (γρώνη: ἡ πέτρα· ἀπὸ τοῦ γῶ, τὸ χωρῶ.); Etym. Gudianum, gamma, p. 324 (Γρώνη· παρὰ τὸ γῶ γώνη, καὶ προσθέσει τοῦ ρ γρώνη, ἡ δεχομένη τὰ σχοινία πέτρα); ibid., gamma, p. 324 (Γρώνη· ἡ βεβρωμένη ἤτοι τετρημένη πέτρα· Λυκόφρων <Alex. 20> „οἱ δ’ οὖσα γρώνης εὐγάληνα χερμάδος“. παρὰ τὸ γῶ, ὃ σημαίνει δέχομαι, γώνη καὶ προσθέσει τοῦ ρ γρώνη, ἡ ἐν τῇ τρήσει δεχομένη τὰ σχοινία πέτρα· οὖσα γὰρ τὰ σχοινία. οὕτως ⟦...⟧.); Etym. Magnum, Kallierges, p. 241 (Γρώνη: Ἡ κοίλη καὶ τετρημένη πέτρα, ἡ δεχομένη τὰ σχοινία. Παρὰ τὸ γῶ, τὸ χωρῶ, γώνη καὶ γρώνη. Κλίνεται γρώνης); Etym. Symeonis, gamma 172 (Γρώνη· ἡ κοίλη καὶ τετρημένη πέτρα, ἡ δεχομένη τὰ σχοινία, Λυκόφρων· οἱ δ’ οὖσα γρώνης εὐγάληνα χερμάδος· παρὰ τὸ γῶ, τὸ χορῶ, γώνη καὶ γρώνη)

Modern etymology

Unknown (Beekes, EDG)

Persistence in Modern Greek

No

Entry By

Eva Ferrer