*γῶ

Validation

No

Last modification

Sun, 03/19/2023 - 12:03

Word-form

γαυλός

Transliteration (Word)

gaulos

English translation (word)

milk-pail

Transliteration (Etymon)

*gō

English translation (etymon)

to give room [=χωρῶ]

Author

Philoxenus

Century

1 BC

Reference

fr. *79

Edition

C. Theodoridis, Die Fragmente des Grammatikers Philoxenos [Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker (SGLG) 2. Berlin: De Gruyter, 1976

Source

Orion

Ref.

Etymologicum, gamma, p. 44

Ed.

F.W. Sturz, Orionis Thebani etymologicon, Leipzig: Weigel, 1820 (repr. Hildesheim: Olms, 1973): 1-172

Quotation

γαυλός / γαῦλος· παρὰ τὸ γῶ γάζω γαλὸς καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ γαυλός· ἀγγεῖον γάλακτος δεκτικόν [= γαυλός]. καὶ οὐ πάντως δεῖ παρὰ τὸ γάλα αὐτὸ λαμβάνειν. σημαίνει δὲ καὶ εἶδος πλοίου [= γαῦλος].

Translation (En)

gaulos: from * "to give room", *gazo, *galos and by addition of [u] gaulos ; vessel made to receive milk [= gaulós]. And it absolutely must not be derived from the fact that it contains milk [gala] in particular. It also refers to a kind of ship [= gaûlos].

Other translation(s)

gaulos : à partir de * « faire place », *gazo, *galos et avec ajout de [υ] gaulos ; vase fait pour recevoir du lait [= gaulós]. Et il ne faut absolument pas le dériver du fait qu’il contienne du lait (gala) en particulier. Cela signifie aussi une sorte de navire [= gaûlos].

Parallels

Etym. Gudianum, gamma, p. 299 (Γαυλός· τὸ γαλακτοδόχον ἀγγεῖον· [...] ἢ παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω, τὸ δεκτικόν τιν⟦ος⟧. γαῦλος ⟦δὲ τὸ⟧ σκάφος· γύαλός τις ὤν, τουτέστι κοῖλος. ‖ καὶ ἄλλως· γαυλός, παρὰ τὸ γῶ [τ⟦ὸ] γά⟧ζω γαυλός, ἀγγεῖον δεκ⟦τικόν⟧· καὶ οὐ πά⟦ντως⟧ δεῖ παρὰ τὸ γάλα αὐτὸ λαμβάνειν. σημαίνει καὶ πλοίου εἶδος); Etym. Magnum, Kallierges, p. 222 (Γαῦλος: Ποιμενικὸν ἀγγεῖον ἢ κάδος, εἰς ὃ τὸ γάλα δέχονται. Παρὰ τὸ γῶ, τὸ χωρῶ, γίνεται γάζω, γάλος, καὶ γαῦλος. Καὶ οὐ πάντως δεῖ παρὰ τὸ γάλα λαμβάνειν. Λέγεται δὲ καὶ τριήρης γαῦλος διὰ τὸ πλεῖστα δέχεσθαι, ὡς φησὶν Ἡρόδοτος ἐν τῇ τρίτῃ τῶν ἱστοριῶν. Ἔστι δὲ εἶδος πλοίου λῃστικοῦ, ἥτις καὶ Λίβυρνος καλεῖται. Ἢ γύαλος τὶς ὢν, τουτέστι κοῖλος. Λέγεται καὶ ἀντλητήριόν τι); Etym. Symeonis, gamma 32 (Γαῦλος· ποιμενικὸν ἀγγεῖον· ἢ κάδος εἰς ὃ τὸ γάλα δέχονται· παρὰ τὸ γῶ, τὸ χωρῶ, γίνεται γάζω γαλός καὶ γαυλός, λέγεται δὲ τριήρης γαῦλος διὰ τὸ πάντα δέχεσθαι· ἔστι δὲ εἶδος πλοίου λῃστρικοῦ ἥτις καὶ Λίβυρνος καλεῖται ἢ γύαλός τις ὢν τουτέστι κοῖλος· καὶ μετάθεσιν καὶ κρᾶσιν τῶν φωνηέντων γαῦλος); Ps.-Zonaras, Lexicon, gamma, p. 417 (Γαυλὸς δὲ, ὀξυτόνως, τὸ ποιμενικὸν ἀγγεῖον, εἰς ὃ τὰ γάλα δέχονται. [παρὰ τὸ γῶ, τὸ χωρῶ, γίνεται γαλὸς καὶ γαυλός· καὶ οὐ πάντως δὴ παρὰ τὸ γάλα λαμβάνειν. λέγεται δὲ καὶ τριήρης γαυλὸς διὰ τὸ πλεῖστα δέχεσθαι, ὥς φησιν Ἡρόδοτος ἐν τῇ τρίτῃ τῶν ἱστοριῶν. ἔστι δὲ καὶ εἶδος πλοίου λῃστρικοῦ, ἥτις καὶ λίβυρνος καλεῖται)

Modern etymology

Unknown (Beekes, EDG)

Persistence in Modern Greek

No

Entry By

Eva Ferrer