νάρκη
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
οἰκείως δὲ τοῖς κατοιχομένοις καὶ ὁ νάρκισσος ἔχειν ἔδοξε καὶ τῶν Ἐριννύων ἔφασαν αὐτὸν στεφάνωμα εἶναι, προσεδρεύσαντες τῇ παραθέσει τῆς νάρκης καὶ τῷ οἷον διαναρκᾶν τοὺς ἀποθνήσκοντας.
Translation (En)
It seemed to them that the narcissus (narkissos) was appropriate for the deceased and that said it was the crown of the Erinyes, having observed the similarity with numbness (narkēs) and the way the dying person becomes numb (dianarkân), it seems.
Parallels
Plutarch, Quaestiones conviviales 647b (καὶ τὸν νάρκισσον <οὕτως ὠνόμασαν> ὡς ἀμβλύνοντα τὰ νεῦρα καὶ βαρύτητας ἐμποιοῦντα ναρκώδεις· διὸ καὶ Σοφοκλῆς (O. C. 683) αὐτὸν ‘ἀρχαῖον μεγάλων θεῶν στεφάνωμα’, τουτέστι τῶν χθονίων, προσηγόρευκεν); Clement of Alexandria, Paedagogus 2.8.71.3 (Νάρκισσος δὲ βαρύοδμόν ἐστιν ἄνθος, ἐλέγχει δὲ αὐτὸ ἡ προσηγορία νάρκαν ἐμποιοῦν τοῖς νεύροις); Eustathius, Comm. Il. 1, 138 Van der Valk (νάρκισσος Ἐριννύσι στεφάνωμα· νάρκισσός τε γὰρ ἐκ τοῦ ναρκᾶν παρηχεῖται καὶ τοῦ ναρκᾶν Ἐριννύες τοῖς κακούργοις παραίτιοι); ibid., 4, 290 (ὡς δὲ σύμβολόν ἐστι τοῦ ναρκᾶν καὶ ὁ νάρκισσος, προδεδήλωται); Scholia in Clementem Alexandrinum, Scholia in Protrepticum et Paedagogum, p. 330 (ὁ νάρκισσος νάρκην ποιεῖ καὶ τοῦτο σημαίνει τοὔνομα).
Comment
Paronymic etymology relying on the identity of the initial sequence [nark].