κάρφω

Validation

No

Word-form

καρπός

Transliteration (Word)

karpos

Transliteration (Etymon)

karphō

Author

Epimerismi homerici

Century

9 AD

Source

Idem

Ref.

Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, kappa 51

Ed.

A.R. Dyck, Epimerismi Homerici: Pars altera. Lexicon αἱμωδεῖν [Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker (SGLG) 5.2] Berlin - New York: De Gruyter, 1995: 59-761.

Quotation

καρπός (Γ 246): σημαίνει δύο. ὁ πρὸς ἄμητον ἡτοιμασμένος ἄσταχυς· καὶ γίνεται παρὰ τὸ κεκάρφθαι, ὃ σημαίνει τὸ ἐξηράνθαι· καὶ ὁ ποιητὴς ‘καρπῷ βριθομένη’ (Θ 307). σημαίνει δὲ καὶ τὸν τῆς χειρὸς καρπόν, ὡς ἡ χρῆσις μαρτυρεῖ· ‘Ὀδυσ{σ}εῦς δὲ λαβὼν κύσε χεῖρ’ ἐπὶ καρπῷ ’(ω 398)· πλὴν καὶ τοῦτο, ὡς οἶμαι, παρὰ τὸ κάρφος, ὃ σημαίνει τὸ ξηρόν· κατὰ ξηρὸν γὰρ τῶν λοιπῶν μερῶν ἐστιν ὁ καρπὸς τῆς χειρός