αἰονάω
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
ᾐόνησας· κατήντλησας, ἔλουσας· τάχα καὶ τοὺς αἰγιαλοὺς ἠϊόνας φασὶ παρὰ τὸ ἐπικλύζεσθαι.
Translation (En)
ēionēsas "having poured, bathed". Perhaps the seashores (ēïonas) are called from the fact they are bathed <by the waves>
Parallels
Epimerismi homerici ordine alphabetic traditi, eta 27 (<ἠϊ>ών (cf. Β 92 alibi): ὁ αἰγιαλός. ἤτοι ὅτι ἀκούομεν ἐκεῖ τῶν κυμάτων {ἢ} Δωρικῶς <ἀϊόνα ἀντὶ τοῦ> ἠΐονα· ἢ διὰ τὸ ἀπόoρευτον <εἶναι τὴν> θάλασσαν †μέχρι γὰρ αὐτοῦ ἵησιν ἡ θάλασσα†. τάχα δὲ ἐπεὶ αἰονᾶν λέγουσι τὸ καταντλεῖν); Etym. Gudianum, eta, p. 238 (Ἠϊὼν, ὁ αἰγιαλὸς· ἤτοι ὅτι ἀκούομεν ἐκεῖ τῶν κυμάτων, ἀπὸ τοῦ. ἰέναι ἀρασσομένων, οἷον, ἀϊόνα ἀντὶ τοῦ ᾐόνα Δωρικῶς, παρὰ τὴν ἀπόρευτον θάλασσαν, μέχρι γὰρ αὐτοῦ ἴησιν ἡ θάλασσα. τάχα δὲ ἀπὸ τοῦ ἀονᾷν λέγουσιν ἐπὶ τοῦ καταντλεῖν, ἀήονα εἰκότως); Etym. Magnum, Kallierges, p. 422-423 (Ἠϊών: Ὁ αἰγιάλος· παρὰ τὸ ἀΐειν, τὸ ἀκούειν. Ἐκ τοῦ ἀΐω οὖν γίνεται ἠϊὼν, ἡ ἐξακουομένη τοῖς κύμασιν· οἷον, ‘Ἠϊόνες βοόωσιν ἐρευγομένης ἁλὸς ἔξω’. Ἢ παρὰ τὸ καταιονᾶσθαι παρὰ τῶν κυμάτων, τουτέστι καταντλεῖσθαι καὶ καταβρέχεσθαι· αἰονήματα δὲ τὰ καταντλήματα φασὶν οἱ Ἀττικοί. Ἢ παρὰ τὸ ἴω, ἐφ’ ᾧ ἐστιν ἰέναι ἐξ ἁλὸς, ἢ εἰσιέναι. Λυκόφρων,‘ Ἵππων φριμαγμὸν ἠϊόνες δεδεγμένοι’. Ἢ παρὰ τὸ εἴω ῥῆμα, εἰς ὃν προτρέχει ἡ θάλασσα. Ἢ ἠϊόνας, τοὺς μὴ πετρώδεις, ἀλλὰ τοὺς διοδευομένους, δι’ ὧν ἐστιν εὐχερῶς ἵεσθαι. Ἠϊὼν οὖν τὸ βάσιμον μέρος τῆς θαλάσσης. Λέγονται καὶ τὰ ὑποκάτω τῶν ὀφθαλμῶν, διὰ τὸ δι’ αὐτῶν φέρεσθαι τὰ δάκρυα, ὡς καὶ τὰ τῶν αἰγιαλῶν κύματα); Ps.-Zonaras, Lexicon, eta, p. 982 (Ἠϊόνα. αἰγιαλόν. ἡ ὀρθὴ ὁ ἠϊὼν, παρὰ τὸ ἀΐειν, τὸ ἀκούειν. ὅ ἐστιν ὁ ἐξακουόμενος τοῖς κύμασιν. ἢ παρὰ τὸ καταιονᾶσθαι καὶ βρέχεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων. καὶ ἠϊὼν τὸ βάσιμον μέρος τῆς θαλάσσης. λέγει δὲ τὸν αἰγιαλὸν καὶ τὴν ὄχθην [elliptic etymology, the etymon εἶμι is to be deduced from βἀσιμον μέρος]); ibid., eta, p. 1000 (Ἠιόνα. αἰγιαλόν. ᾐὼν, ᾐόνος, ᾐόνα. ἀπὸ τοῦ αἰωνῶ τὸ βρέχω); Scholia. in Batrachomyomachia 13 (ἐπ’ ᾐόνα: ἠϊὼν λέγεται ὁ αἰγιαλός. καὶ γίνεται ἀπὸ τοῦ ἀΐω τὸ ἀκούω ὄνομα ῥηματικὸν ἀϊών καὶ τροπῇ τοῦ α εἰς η ἠϊών, ἐκβολῇ δὲ τοῦ ι καὶ προσγραφομένου κάτωθεν γίνεται ᾐών, ἡ ἐξακουομένη τοῖς κύμασιν, οἷον „ἠϊόνες βοόωσιν ἐρευγομένης ἁλὸς ἔξω“ [Ρ 265]. ἢ παρὰ τὸ αἰονᾶσθαι παρὰ τῶν κυμάτων, ὃ σημαίνει τὸ καταντλεῖσθαι. Mosch.)








Comment
Derivational etymology. The seashore is thus named because of the endless arrival of water. The phonetic similarity between ἠϊών and ἀιονάω makes the etymology simple from the formal point of view. The etymology probably relies on a Homeric line (Il. 23.61) ἐν καθαρῷ, ὅθι κύματ’ ἐπ’ ἠϊόνος κλύζεσκον "in a clear place where the waves washed over the beach" (transl. R. Lattimore)