ἀΐω
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
<ἠϊ>ών (cf. Β 92 alibi): ὁ αἰγιαλός. ἤτοι ὅτι ἀκούομεν ἐκεῖ τῶν κυμάτων {ἢ} Δωρικῶς <ἀϊόνα ἀντὶ τοῦ> ἠΐονα· ἢ διὰ τὸ ἀπόρευτον <εἶναι τὴν> θάλασσαν †μέχρι γὰρ αὐτοῦ ἵησιν ἡ θάλασσα†. τάχα δὲ ἐπεὶ αἰονᾶν λέγουσι τὸ καταντλεῖν.
Translation (En)
ēïōn, the "shore", because here we hear (akouomen) the waves. Doric <aïona instead of> ēïona. Or because the sea <is> unwalkable (aporeuton) †for the sea sends up to the shore†. Or perhaps because aionân means "to pour on sth."
Parallels
T Schol. Il. 2.92a1 (ἠϊόνος προπάροιθε <βαθείης>: χρόνου καὶ τόπου. | ἠϊὼν δέ, οὗ ἀκούεται τῶν κυμάτων ὁ κτύπος); Etym. Gudianum, eta, p. 238 (Ἠϊὼν, ὁ αἰγιαλὸς· ἤτοι ὅτι ἀκούομεν ἐκεῖ τῶν κυμάτων, ἀπὸ τοῦ. ἰέναι ἀρασσομένων, οἷον, ἀϊόνα ἀντὶ τοῦ ᾐόνα Δωρικῶς, παρὰ τὴν ἀπόρευτον θάλασσαν, μέχρι γὰρ αὐτοῦ ἴησιν ἡ θάλασσα. τάχα δὲ ἀπὸ τοῦ ἀονᾷν λέγουσιν ἐπὶ τοῦ καταντλεῖν, ἀήονα εἰκότως); Etym. Magnum, Kallierges, p. 422-423 (Ἠϊών: Ὁ αἰγιάλος· παρὰ τὸ ἀΐειν, τὸ ἀκούειν. Ἐκ τοῦ ἀΐω οὖν γίνεται ἠϊὼν, ἡ ἐξακουομένη τοῖς κύμασιν· οἷον, ‘Ἠϊόνες βοόωσιν ἐρευγομένης ἁλὸς ἔξω’. Ἢ παρὰ τὸ καταιονᾶσθαι παρὰ τῶν κυμάτων, τουτέστι καταντλεῖσθαι καὶ καταβρέχεσθαι· αἰονήματα δὲ τὰ καταντλήματα φασὶν οἱ Ἀττικοί. Ἢ παρὰ τὸ ἴω, ἐφ’ ᾧ ἐστιν ἰέναι ἐξ ἁλὸς, ἢ εἰσιέναι. Λυκόφρων,‘ Ἵππων φριμαγμὸν ἠϊόνες δεδεγμένοι’. Ἢ παρὰ τὸ εἴω ῥῆμα, εἰς ὃν προτρέχει ἡ θάλασσα. Ἢ ἠϊόνας, τοὺς μὴ πετρώδεις, ἀλλὰ τοὺς διοδευομένους, δι’ ὧν ἐστιν εὐχερῶς ἵεσθαι. Ἠϊὼν οὖν τὸ βάσιμον μέρος τῆς θαλάσσης. Λέγονται καὶ τὰ ὑποκάτω τῶν ὀφθαλμῶν, διὰ τὸ δι’ αὐτῶν φέρεσθαι τὰ δάκρυα, ὡς καὶ τὰ τῶν αἰγιαλῶν κύματα); Ps.-Zonaras, Lexicon, eta, p. 982 (Ἠϊόνα. αἰγιαλόν. ἡ ὀρθὴ ὁ ἠϊὼν, παρὰ τὸ ἀΐειν, τὸ ἀκούειν. ὅ ἐστιν ὁ ἐξακουόμενος τοῖς κύμασιν. ἢ παρὰ τὸ καταιονᾶσθαι καὶ βρέχεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων. καὶ ἠϊὼν τὸ βάσιμον μέρος τῆς θαλάσσης. λέγει δὲ τὸν αἰγιαλὸν καὶ τὴν ὄχθην [elliptic etymology, the etymon εἶμι is to be deduced from βἀσιμον μέρος]); Scholia. in Batrachomyomachia 13 (ἐπ’ ᾐόνα: ἠϊὼν λέγεται ὁ αἰγιαλός. καὶ γίνεται ἀπὸ τοῦ ἀΐω τὸ ἀκούω ὄνομα ῥηματικὸν ἀϊών καὶ τροπῇ τοῦ α εἰς η ἠϊών, ἐκβολῇ δὲ τοῦ ι καὶ προσγραφομένου κάτωθεν γίνεται ᾐών, ἡ ἐξακουομένη τοῖς κύμασιν, οἷον „ἠϊόνες βοόωσιν ἐρευγομένης ἁλὸς ἔξω“ [Ρ 265]. ἢ παρὰ τὸ αἰονᾶσθαι παρὰ τῶν κυμάτων, ὃ σημαίνει τὸ καταντλεῖσθαι. Mosch.); Scholia in Oppianum, Hal. 3.1213 (ἠϊόνας· ἢ ἀπὸ τοῦ ἄω τὸ πνέω, οἱ τοῖς ἀνέμοις καταπνεόμενοι, ἢ ἀπὸ τοῦ ἀΐω τὸ ἀκούω)








Comment
Derivational etymology. In the wording of the Epimerisms, it is an elliptic etymology: the real etymon, ἀϊω "to hear", is replaced by the usual synonym ἀκούω. The seashore is the place where the sound of the waves can be heard