εὖ + ῥέω
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
Εὖρος. τὸ πλάτος. δι’ οὗ ἐστὶν εὖ ῥεῖν καὶ φέρεσθαι. παρὰ τὸ εὖρος εὐρὺς, ὡς πλάτος πλατύς [NB: Orion has εὐρεῖν]
Translation (En)
Euros, the "breadth", through which it is possible to flow well (eu rhein) and to move on. From euros comes eurus "broad", as platos "width", platus "wide"
Parallels
Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, alpha 24 (εὐρυάγυιαν (Β 66): εὐρύς ἐστι παρασύνθετον παρὰ τὸ εὖρος· τοῦτο παρὰ τὸ εὖ ῥεῖν, ὅ ἐστιν εὐκόλως φέρεσθαι); ibid., epsilon 102 (εἰ γὰρ τὸ εὖρος παρὰ τὸ εὖ ῥεῖν καὶ φέρεσθαι εἴπομεν καὶ τὸ εὐρύς ἐξ αὐτοῦ δηλονότι παρασύνθετον, ὡς ἀπὸ τοῦ συνθέτου ὀξύνεται τὸ εὐρύς); Etym. Gudianum, epsilon, p. 564 (Εὐρυάγυιαν <Β 66>· ... [εὐρύς] ἔστι παρασύνθετον παρὰ τὸ εὖρος· τοῦτο παρὰ τὸ εὖ ῥεῖν, ὅ ἐστιν εὐκόλως φέρεσθαι); Etym. Magnum, Kallierges, p. 396 (Εὖρος: Ἀπηλιώτης ἄνεμος· καὶ τὸ πλάτος, καὶ ὁ ῥοῦς τοῦ πυρός. Ὁ ἄνεμος, ‘Ὡς δ’ εὖρός τε νότος τε’. Παρὰ τὸ εὖρος, τὸ πλάτος, ἵν’ ᾖ ὁ πλατὺς καὶ ἐπίπλατος πνέων. Ἢ εὖρός τις ὤν· ἐπεὶ ἱδρωτοποιὸς διὰ θερμότητα. Ἢ ὁ ἀπὸ τῆς ἕω ῥέων, ἀνατολικός· ὁ γὰρ ἐναντίος αὐτῷ δυτικός· ζέφυρος δὲ, ὁ ἐκ τοῦ ζόφου ῥέων. Ἢ παρὰ τὴν αὖραν, τὴν πνοήν. Εὖρος οὐδετέρως, τὸ σημαντικὸν τοῦ πλάτους· δι’ οὗ ἐστιν εὖ ῥεῖν καὶ φέρεσθαι. Ἢ παρὰ τὸ ἕω, τὸ πορευόμενον εἰς πλάτος); Etym. Symeonis, epsilon 962 (Εὖρος· τὸ πλάτος, δι’ οὗ ἐστιν εὖ ῥεῖν καὶ φέρεσθαι· σημαίνει καὶ τὸν ἄνεμον, παρὰ τὴν αὔραν); Ps.-Zonaras, Lexicon, epsilon, p. 918 (Εὖρος. τὸ πλάτος, δι’ οὗ ἐστὶν εὑρεῖν καὶ φέρεσθαι. σημαίνει καὶ τὸν ἄνεμον [τὸν ἀφηλιώτην.] παρὰ τὴν αὔραν, τὴν πνοήν)








Comment
Compositional etymology, preserved in the Byzantine Etymologica, while Orion has the erroneous εὑρεῖν "to find". Here the etymon ῥέω is probably used as a synonym of "to sail"