καίω + ἔρα
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
Κέραμος. Ἀπολλόδωρος τὴν κεκαυμένην ἔραν, τουτέστι τὴν γῆν.
Translation (En)
Keramos "clay vessel". Apollodorus says it is the baked soil (kekaumenēn eran), that is, the earth
Parallels
Etym. Gudianum, kappa, p. 315 (Κέραμος, Ἀπολλόδωρος φησὶ παρὰ τὴν κεκαυμένην ἔραν ἤγουν γῆν· ἔρα ἔραμος καὶ πλεονασμῷ τοῦ κ κέραμος· οἱ δὲ παρὰ τὸ κεκάφθαι τῇ ἔρᾳ); Etym. Magnum, Kallierges, p. 315 (Κέραμος, Ἀπολλόδωρος φησὶ παρὰ τὴν κεκαυμένην ἔραν ἤγουν γῆν· ἔρα ἔραμος καὶ πλεονασμῷ τοῦ κ κέραμος· οἱ δὲ παρὰ τὸ κεκάφθαι τῇ ἔρᾳ); ibid., p. 504 (Κεραμεύς: Παρὰ τὸ κέραμος· τοῦτο παρὰ τὴν ἔραν ἔραμος, καὶ κέραμος. Ἀπολλόδωρος τὴν κεκαυμένην γῆν ἔραν φησίν· οἱ δὲ, παρὰ τὸ κεκάφθαι τῇ ἔρᾳ); Ps.-Zonaras, Lexicon, kappa, p. 1185 (Κεραμικός. ἀπὸ τοῦ κεραμεὺς, κεραμέως, κεραμεικὸς καὶ κεραμικός. καὶ κέραμος. παρὰ τὴν ἔραν ἔραμος, καὶ πλεονασμῷ τοῦ κ, κέραμος. οἱ δὲ παρὰ τὸ κεκαῦθαι τῇ ἔρᾳ)
Comment
Compositional descriptive etymology. While the second etymon, ἔρα "earth", is preserved in the lemma, the first etymon "to burn", taken as an equivalent for "to cook, to bake" (although καίω never has this meaning in Greek), is reduced to the initial consonant.