δαίω2
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Source
Ref.
Ed.
Quotation
Δαΐζων· διακόπτων. ἢ παρὰ τὴν δάϊν, τὴν μάχην, ὁ καταμαχόμενος
Translation (En)
Daizōn "cutting", or from daïs "battle", the fighting one
Parallels
Συναγωγὴ λέξεων χρησίμων, delta 7 (δαΐζων· διακόπτων. ἢ παρὰ τήνδε τὴν μάχην καταμαχόμενος [read παρὰ τὴν δάϊν, τὴν μάχην, ὁ καταμαχόμενος]); Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, delta 28 (διαλύσει τοῦ δαίω δαΐω καὶ πλεονασμῷ τοῦ ζ δαΐζω); Etym. Gudianum, delta, p. 350 (idem); Schol. in Oppinanum, Hal. 2.325 (idem); Epimerismi homerici ordine alphabetico traditi, delta 57 (τοῦτο παρὰ τὸ δαίω, τὸ κόπτω, κατὰ διάλυσιν δαΐω καὶ πλεονασμῷ τοῦ ζ δαΐζω); Etym. Gudianum, delta, p. 331 (idem); Etym. Magnum, Kallierges, p. 244 (idem); Ps.-Zonaras, Lexicon, delta, p. 467 (idem); Eustathius, Comm. Il., vol. 3, 900 ( ὡς γὰρ δαίω δαΐζω, οὕτω ῥαίω ῥαΐζω); Etym. Magnum, Kallierges, p. 244 (Δαΐζων: Διακόπτων· ἀπὸ τοῦ δαίω, τὸ κόπτω· ἢ παρὰ τὴν δάϊν, τὴν μάχην, ὁ καταμαχόμενος); Etym. Symeonis, delta 7 (Δαΐζων· διακόπτων· ἀπὸ τοῦ δαίω τὸ κόπτω· ἢ παρὰ τὴν δάϊδα τὴν μάχην); Ps.-Zonaras, Lexicon, delta, p. 471 (Δαΐζων. διακόπτων. ἀπὸ τοῦ δαίω τὸ κόπτω, ἢ παρὰ τὴν δαΐδα, ὃ σημαίνει τὴν μάχην); Schol. in Oppinanum, Hal. 2.310 (Δαϊζόμενος· κοπτόμενος, κατακοπτόμενος, ἀπὸ τοῦ δαίω τὸ κόπτω, ἢ παρὰ τὴν δάϊν τὴν μάχην ὁ καταμαχόμενος)
Comment
Implicit derivational etymology: δαίζω is derived from δαίω "to divide". Next, Photius adds a second etymology, from δαΐς "battle"