λῶ

Validation

No

Last modification

Mon, 04/03/2023 - 16:35

Word-form

λιλαιόμενα, λιλαίω

Transliteration (Word)

lilaiomai

English translation (word)

to desire earnestly

Transliteration (Etymon)

English translation (etymon)

to wish

Author

Philoxenus

Century

1 BC

Reference

fr. *140

Edition

C. Theodoridis, Die Fragmente des Grammatikers Philoxenos [Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker (SGLG) 2. Berlin: De Gruyter, 1976

Source

D Scholia in Homeri Iliadem

Ref.

Book 15, v. 317

Ed.

H. Erbse, Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vols. 1-5, 7, Berlin: De Gruyter

Quotation

Λιλαιόμενα· ... ἔστι λῶ λαίω λιλαίω, ὡς κερῶ κεραίω· „ζωρότερον δὲ κέραιε“ (ι 203).

Translation (En)

Lilaiomena "being eager to": ...there is a verb "to wish", *laiō lilaiō "to desire earnestly", as kerō keraiō "to mix" "zōroteron de keraie" ("mingle stronger drink") (Il. 9.203).

Other translation(s)

Lilaiomena "désireux de": ...il s’agit de « vouloir » *laiō lilaiō « désirer vivement », comme kerō keraiō « mélanger » : « zōroteron de keraie » (« mélange une boisson plus pure ») (Il. 9.203).

Comment

Derivational etymology, backed by a partial parallel (*λῶ, *λαίω as κερῶ, κεραίω), and then reduplication is applied (implicit in the explanation)

Parallels

A Schol. Il. 12.106b ({βάν ῥ’ ἰθὺς δαναῶν} λελιημένοι: λιλῶ ἐστι ῥῆμα τὸ σημαντικὸν τοῦ προθυμοῦμαι, ἐκ τοῦ λῶ διπλασιασθέν, οὗ παράγωγον τὸ λιλαίω· „λιλαιόμενα χροὸς ἆσαι“ (Λ 574)); bT Schol. Il. 3.399b (λιλαίεαι: λῶ τὸ θέλω· ἀναδιπλασιασμὸς λιλῶ. ὡς κερῶ κεραίω, οὕτω καὶ λιλῶ λιλαίω); Schol. Od. α 315e Pontani (λιλαιόμενον] ἐκ τοῦ λῶ τὸ θέλω λαίω καὶ λιλαίω); Etym. Genuinum, lambda 110 (Λιλαίω· ἀπὸ τοῦ λῶ λιλῶ καὶ λιλαίω ὡς κερῶ κεραίω); Lexicon αἱμωδεῖν, lambda 38 ({ἔστι γὰρ λιλῶ ῥῆμα, τὸ σημαντικὸν τοῦ προθυμοῦμαι, ἐκ τοῦ λῶ διπλασιασθέν, οὗ παράγωγον λιλαίω, λιλαιομένη χροὸς ἆσαι (Φ 168)); Eustathius, Comm. Il. vol. 2, p. 472 (Καὶ ἔοικεν οὕτω πως ἔχειν τοῦ ῥήματος ἡ διάθεσις, κέω κῶ τὸ πρωτότυπον, ἐξ οὗ παράγωγον τὸ ἕτερον καίω, τὸ ἀσυναίρετον, τὸ διὰ τῆς αι διφθόγγου, ὡς κλῶ κλαίω, λῶ λαίω, ἐξ οὗ τὸ λιλαίω, καὶ τὰ τοιαῦτα); ibid., vol. 4, p. 375 (Τοιοῦτον δέ πως καὶ τὸ «λάϊνον ἕσσο χιτῶνα», ἤγουν ἐλιθάσθης ἄν. τὸ γὰρ λάεσσι σκεπασθῆναι ὡς ἐπὶ χιτῶνος ἐλαλήθη. ὅτι δὲ ἐκ τοῦ λῶ, τὸ θέλω, παρῆκται τὸ λιλαίω, δῆλόν ἐστιν); Eustathius, Comm. Od. vol. 1, p. 72 (γίνεται δὲ ἀπὸ τοῦ ῥῶ ῥαίω ἀφ’ οὗ καὶ ῥαιστὴρ ἡ σφύρα. καθὰ καὶ πέτω τὸ πίπτω, καὶ ἐν συγκοπῇ καὶ παραγωγῇ πτῶ πταίω τὸ προσκόπτω. οὕτω δὲ καὶ λῶ λαίω ἐξ οὗ τὸ λιλαίω); Etym. Magnum, Kallierges, p. 566 (Λιλαιόμενοι: Ὀλοοῖο λιλαιόμενοι πολέμοιο. Ἐπιθυμοῦντες. Παρὰ τὸ λῶ διπλασιασμῷ γίνεται λιλῶ, τὸ πάνυ θέλω· καὶ λιλαίω κατὰ παραγωγὴν, ὡς κερῶ, κεραίω· περῶ, περαίω)

Modern etymology

Probably from a root *leh2-s-, but the detail is unclear (Beekes, EDG)

Persistence in Modern Greek

No.

Entry By

Eva Ferrer