*γῶ
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Etymon-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Reference
Edition
Source
Ref.
Ed.
Quotation
Γαστήρ· παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω καὶ δέχομαι, γίνεται γαστήρ. ἡ πάντα τὸν βίον μὴ πληρουμένη λαμβάνουσα.
Translation (En)
Gastēr "belly": from *gō, "to take and receive", is made gastēr. That which receives all the food without ever being filled.
Other translation(s)
Gastēr « ventre »: gastēr vient de *gō, « prendre et recevoir ». Ce qui reçoit toute la nourriture sans jamais être rempli.
Parallels
Orion, Etymologicum, gamma, p. 42 (Γαστήρ, ἡ εἰς κύτος γεννηθεῖσα καὶ εἰς τὸ λαμβάνειν τι); Leo Medicus, De natura hominum synopsis, section 69 (καὶ γαστὴρ παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω, τὸ μὲν ἄνω μέρος ἔχουσα στενὸν καὶ ὀρθὸν καὶ κόλπον μικρόν· διὸ καὶ ῥᾳδίως εἰς ἔμετον ὁρμᾷ· λέγεται δὲ καὶ ἄνω κοιλία, ἡ δὲ κάτω πλατεῖά ἐστι καὶ μεγαλόκοιλος ὡς συναγομένης ἐκεῖ τῆς τροφῆς); Choeroboscus, Epimerismi in Psalmos, vol. 3, p. 58 (γῶ τὸ λαμβάνω καὶ δέχομαι, ἐξ οὗ καὶ γαστήρ); Etym. Gudianum, gamma, p. 298 (Φωτίου Γαστήρ· παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω καὶ δέχομαι· γῶ γάζω γαστήρ.); ibid., gamma, p. 298 (Γαστήρ· ἡ πάντα τὸν βίον λαμβάνουσα καὶ μὴ πληρουμένη. οὕτω Φιλόξενος); ibid., gamma, p. 327 (Γῶ· εἰς τὸ Γαστήρ καὶ Γεγῶσα καὶ Γῆ καὶ Γυνή καὶ Γωρυτός καὶ Διακηρυκεύεται καὶ Ἐγγυαλίζω καὶ Ἐγγύη καὶ Χθών); Etym. Magnum, Kallierges, p. 221 (Γαστήρ: Παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω καὶ δέχομαι, γίνεται γαστὴρ, ἡ πάντα τὸν βίον μὴ πληρουμένη λαμβάνουσα); Etym. Symeonis, gamma 30 (Γαστήρ· παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω, γίνεται γαστήρ· ἡ πάντα τὸν βίον μὴ πληρουμένη); Ps.-Zonaras, Lexicon, gamma, p. 420 (Γαστήρ. ἡ κοιλία. Ὅμηρος διαπαντὸς γαστέρας καλεῖ, οὐ κοιλίας, γαστὴρ καὶ τὸ τῶν λογισμῶν ταμεῖον· φησὶ γὰρ ὁ Δαβίδ· ἡ ψυχή μου καὶ ἡ γαστήρ μου. γαστὴρ δὲ, παρὰ τὸ γῶ, τὸ λαμβάνω, γίνεται γαστὴρ, ἡ πάντα τὸν βίον μὴ πληρουμένη); Scholia in Homeri Odysseam, Book 15, v. 343 (γαστὴρ λέγεται παρὰ τὸ γῶ τὸ χωρῶ, ἡ χωρητικὴ τῶν σπερμάτων); Scholia in Batrachomyomachia, Scholion 57 (γαστέρι] ἤγουν τῇ γαστρί. B. —τῇ κοιλίᾳ. O. —γαστήρ ἀπὸ τοῦ γῶ τὸ χωρῶ, ἡ χωρητικὴ τῶν βρωμάτων. καὶ γῶ τὸ λαμβάνω καὶ δέχομαι, ἐξ οὗ καὶ γωρυτὸς τὸ λεγόμενον ἰδιωτικῶς χλουμάνιον, παρὰ τὸ χωρεῖν τὸ ῥυτὸν ἤγουν τὸ ἑλκυστικὸν τόξον)
Comment
Derivational etymology apparently analyzing the word as an agent noun because of the suffix -τηρ. The stomach is the receiver, the monosyllabic ghost-form *γῶ meaning "to receive" or "to contain"