ἀ- + φημί
Word
Validation
Word-form
Word-lemma
Transliteration (Word)
English translation (word)
Transliteration (Etymon)
English translation (etymon)
Century
Reference
Edition
Source
Ref.
Ed.
Quotation
Ἀφαυρός· ... ἢ παρὰ τὸ φῶ, τὸ λέγω, ὁ μέλλων φάσω, γίνεται φαρός, καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀφαρὸς καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ ἀφαυρός, ὁ μὴ δυνάμενος δι’ ἀσθένειαν λέξαι. [ἢ παρὰ τὸ φῶ, τὸ φαίνω, γίνεται παράγωγον ῥῆμα φάω, οἷον „φάε δὲ χρυσόθρονος“ (Od. 14.502), καὶ ἐξ αὐτοῦ φαρὸς ὄνομα· καὶ κατὰ στέρησιν ἀφαρὸς καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ ἀφαυρός, ὁ ἀλαμπὴς καὶ εὐτελής.]
Translation (En)
Aphauros "feeble": ...or from *phō, "to speak", future phasō, are made pharos, with the privative a- *apharos and by adding [u] aphauros, "one who can’t speak because of his weakness". Or from *phō, "to bring to light", is derived a verb phaō, as in "phae de khrusothronos" ["and golden-throned [Dawn] appeared"] (Od. 14.502), and from there comes the noun pharos; then with the privative a- *apharos and by adding [u] aphauros, "one who is dull and cheap".
Other translation(s)
Aphauros « frêle » : ...ou bien à partir de *phō, « parler », phasō au futur, sont faits pharos, avec le a- privatif *apharos et avec ajout de [u] aphauros, « celui qui ne peut pas parler par faiblesse ». ou bien à partir de *phō, « montrer, faire voir », est fait le verbe phaō, comme dans « phae de khrusothronos » [« Et [l’Aurore] au trône d’or apparut »] (Od. 14.502), et de ce dernier vient le nom pharos; *apharos avec le a- privatif et aphauros avec ajout du [u], « celui qui est sans éclat et commun ».
Parallels
Lexicon αἱμωδεῖν, alpha 147 (ἀφαυρά: ἀσθενέστερα, ἀμαυρότερα, ἢ κουφότερα· [...] ἢ παρὰ τὸ φῶ, τὸ λέγω, φάρος, πλεονασμῷ τοῦ υ καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀφαυρός, ὁ μηδενὸς λόγου ἄξιος); Etym. Gudianum, alpha, p. 239 (Ἀφαυρά· ἀσθενέστερα, ἀμαυρότερα, ἢ κουφότερα· [...] ἢ παρὰ τὸ φῶ, τὸ λέγω, φάρος, πλεονασμῷ τοῦ υ καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀφαυρός, ὁ μηδενὸς λόγου ἄξιος); Etym. Magnum, Kallierges, p. 175 (Ἀφαυρός: Ὁ ἀσθενής· ἤτοι ὁ ἄγαν παῦρος καὶ ὀλίγος κατὰ δύναμιν. Ἢ παρὰ τὸ φῶ, τὸ λέγω, ὁ μέλλων φάσω, γίνεται φαρός· καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α, ἀφαρός· καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ, ἀφαυρὸς, ὁ μὴ δυνάμενος δι’ ἀσθένειαν λέξαι· ἢ ὁ μηδενὸς λόγου ἄξιος); Scholia in Oppianum, Halieutica, Book 1, scholion 321 (Ἀφαυραί· ἀσθενεῖς. Ἀφαυρὸς ἀπὸ τοῦ φῶ τὸ λέγω, ὁ μέλλων φάσω γίνεται φαρὸς καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ γίνεται ἀφαυρὸς, ὁ μὴ δυνάμενος δι’ ἀσθένειαν εἰπεῖν τι); Ps.-Zonaras, Lexicon, alpha, p. 351 (Ἀφαυρός. ὁ ἀσθενὴς, ὁ ἄγαν παῦρος καὶ ὀλίγος κατὰ τὴν δύναμιν. ἢ παρὰ τὸ φῶ τὸ λέγω, [ὁ μέλλων φάσω, γίνεται φαρὸς, καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀφαρὸς καὶ πλεονασμῷ τοῦ υ ἀφαυρὸς, ὁ μὴ δυνάμενος δι’ ἀσθένειαν λέξαι])
Comment
The word is parsed as a privative compound of φημί. The weak man is unable to speak: that is, the lemma "feeble" would be an extended meaning, out of a specific proper meaning "who cannot speak". The etymology requires a formal change, the insertion of a [u].