κράτος

Validation

No

Last modification

Mon, 10/17/2022 - 16:30

Word-form

κραταιός

Transliteration (Word)

krataios

English translation (word)

strong

Transliteration (Etymon)

kratos

English translation (etymon)

strength

Author

Herodian

Century

2 AD

Reference

De prosodia catholica, Lentz III/1, 129

Edition

A. Lentz, Grammatici Graeci, vol. 3.1, Leipzig: Teubner, 1867 (repr. Hildesheim: Olms, 1965)

Source

Arcadius

Ref.

De prosodia catholica epitome

Ed.

S. Roussou, Pseudo-Arcadius' Epitome of Herodian's De Prosodia Catholica, Oxford: Oxford University Press, 2018

Quotation

τὰ δὲ παρώνυμα παρ’ οὐδετέρων γινόμενα ὀξύνεται· γῆρας γηραιός, κράτος κραταιός

Translation (En)

Adjectives derived from neuter nouns are oxytone: gēras "old age" gēraios "old", kratos "strength" krataios "strong"

Comment

Derivational etymology, correct by modern standards. It is found in all our sources, with a variation in Eustathius who hesitates between an etymon κράτος "strength" and an etymon κρατύς "strong" (see Parallels). The formulation in the Gudianum seems to assume as etymon κραίνω, but this is the result of the mistake by which a part of Choeroboscus' explanation, repeated in the Gudianum, is omitted.

Parallels

Herodian, Peri parōōnymōn, Lentz III/2, p. 853 (idem); idem, Peri orthographias, Lentz III/2, p. 424 (Τὰ ἀπὸ οὐδετέρων διὰ τοῦ αιος γινόμενα διὰ τῆς αι διφθόγγου γράφεται, γῆρας γηραιός, γέρας γεραιός, κράτος κραταιός); Theognostus, Canones sive De orthographia 283 (Τὰ διὰ τοῦ αιος ὀξύτονα τρισύλλαβα ἀπὸ οὐδετέρων δισύλλαβα παρηγμένα διὰ τῆς αι διφθόγγου γράφονται· οἷον, γῆρας γηραιός· γέρας γεραιός· κράτος κραταιός· ἄχος ἀχαιός); Choeroboscus, Epimerismi in Psalmos, p. 173 (Κραταιώθητε, παρὰ τὸ κραταιῶ, τοῦτο παρὰ τὸ κραταιὸς, τοῦτο παρὰ τὸ κράτος, τοῦτο παρὰ τὸ κραίνω, τὸ τελειῶ. Οἱ γὰρ κραταιοὶ κυρίως τοῖς ἑαυτῶν πράγμασι τὰ τέλη τιθέασιν.); Etym. Gudianum, kappa, p. 343 (Κραταιώθητε, παρὰ τὸ κραταιῶ, τοῦτο παρὰ τὸ κραταιὸς, τοῦτο παρὰ τὸ κραίνω τὸ τελείω, οἱ γὰρ κραταιοὶ κυρίως τοῖς ἑαυτῶν πράγμασι τὰ μέλη τιθέασι); Eustathius, Comm. Il. 1, p. 47 Van der Valk (Ἰστέον δὲ ὡς δοκεῖ ταὐτὸν εἶναι κρατερός εἰπεῖν καθ’ Ὅμηρον καὶ αὖ πάλιν κραταιός· ὅθεν καὶ ἡ ἐν Ὀδυσσείᾳ μυθικὴ Κράταιϊς. γίνεται δὲ ὁ μὲν κρατερὸς παρὰ τὸ κράτος, καθὰ ὁ καρτερὸς ἐκ τοῦ κάρτος. ὁ δὲ κραταιὸς ἢ παρὰ τὸ κρᾶτα, ὃ δηλοῖ τὴν κεφαλήν, κραταὸς καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι κραταιός, ὁ ἐν ἑαυτῷ κεφαλαιῶν τὸ πᾶν· ἢ παρὰ τὸ κρατύς, οἷον «κρατὺς Ἀργεϊφόντης», οὗ γενικὴ κρατέος, καὶ παράγωγον ὁ κρατειὸς καὶ ὡς εἴθε αἴθε, οὕτω κρατειὸς κραταιός)

The etymology is implicit in the figura etymologic of Epiphanius, Homilia in divine corrois sepulturam, MPG 43, p. 453: Οὐκοῦν σπεύσωμεν τῷ νῷ, καὶ ἐπὶ τὸν ᾅδην βαδίσωμεν, ὅπως ἴδωμεν πῶς ἐκεῖ ποτε τὸν τῷ κράτει κραταιὸν κατὰ κράτος κρατεῖ τοῦ κράτους κρατοτύραννον, 

Modern etymology

Κραταιός is derived from κράτος.

Persistence in Modern Greek

MG still has κραταιός "powerful" as a learned word.

Entry By

Le Feuvre