ἀ- + ἔχω

Validation

No

Last modification

Sun, 07/04/2021 - 14:11

Word-form

ἀσχάλλω

Transliteration (Word)

askhallō

Transliteration (Etymon)

a- + ekhōō

Author

Chrysippus

Century

3 BC

Source

Etym. Genuinum

Ref.

Etym. Genuinum, alpha 1332

Ed.

F. Lasserre and N. Livadaras, Etymologicum magnum genuinum. Symeonis etymologicum una cum magna grammatica. Etymologicum magnum auctum, vol. 1, Rome: Ateneo, 1976

Quotation

Ἀσχάλλων (Eur. Or. 785)· ἀδημονῶν, λυπούμενος, χαλεπαίνων, ἢ ἀγανακτῶν· παρὰ τὸ ἄχω, ἀφ’ οὗ ἄχομαι, οἷον σ 256· ‘νῦν δ’ ἄχομαι· τόσα γάρ μοι ἐπέσευεν κακά <δαίμων>’, γίνεται ἀχάλλω, ὥσπερ ἄγω ἀγάλλω, εἴδω εἰδάλλω καὶ ἰνδάλλω, καὶ πλεονασμῷ τοῦ σ ἀσχάλλω· ἐκ δὲ τοῦ ἀσχάλλω γίνεται περισπώμενον ῥῆμα ἀσχαλῶ, τὸ τρίτον πρόσωπον ἀσχαλᾷ, καὶ πλεονασμῷ τοῦ α ἀσχαλάᾳ, ὡς παρ’ Ὁμήρῳ Β 292–293· ‘καὶ γάρ τίς θ’ ἕνα μῆνα μένων ἀπὸ ἧς ἀλόχοιο | ἀσχαλάᾳ’. ἢ παρὰ τὸ σχῶ σχάλλω καὶ ἀσχάλλω, ὃ ἐπέχειν οὐ δυνάμεθα. οὕτως Χρύσιππος (fr. novum) 

ἄχομαι

Validation

No

Word-form

ἀσχάλλω

Transliteration (Word)

askhallō

Transliteration (Etymon)

akhomai

Author

Philoxenus

Century

1 BC

Reference

fr. 451

Edition

C. Theodoridis, Die Fragmente des Grammatikers Philoxenos [Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker (SGLG) 2], Berlin: De Gruyter, 1976

Source

Orion

Ref.

Etymologicum (, alpha, p. 20

Ed.

F. Sturz, Orionis Thebani etymologicon, Leipzig, Weigel, 1820

Quotation

Ἀσχαλάαν, παρὰ τὸ ἄχω τὸ λυπῶ· οὗ παθητικὸν ἄχομαι· ‘νῦν δ’ ἄχομαι κακότητι’ (θ 182). παράγωγον ἀχάλλω, καὶ πλεονασμῷ τοῦ σ, ἀσχάλλω. οὕτω Φιλόξενος (fr. 451 Theodoridis). ὁ δὲ αὐτὸς φησίν· παρὰ τὸ σχῶ σχάλλω, καὶ μετὰ τῆς α στερήσεως, ἀσχάλλω (fr. 52 Theodoridis).