αἴγλη

Validation

Yes

Last modification

Wed, 06/02/2021 - 16:07

Word-form

ἀγλαά

Transliteration (Word)

aglaos

English translation (word)

splendid

Transliteration (Etymon)

aiglē

English translation (etymon)

daylight, radiance

Author

Apollonius Soph.

Century

1 AD

Source

Idem

Ref.

Lexicon homericum, p. 4

Ed.

I. Bekker, Apollonii Sophistae lexicon Homericum, Berlin, 1833

Quotation

ἀγλαά καλά, παρὰ τὴν αἴγλην τὰ λαμπρά, ἢ κατὰ μετάθεσιν ἀγλαά, ἐφ’ οἷς ἄν τις ἀγαλθείη

Translation (En)

Aglaa "splendid": from aiglē "radiance", the shining ones, or, through metathesis, those in which one would exult (agaltheiē)

Comment

The etymology relies on the semantic proximity between "gleam, radiance" (αἴγλη) end "splendid, magnificent", sharing the notion of light. It implies two formal manipulations, change of the diphthong [ai] into [I] (which, for Greek etymologists, is formulated as "dropping of the [I]), and adjunction of [a]

Parallels

Orion, Etymologicum (excerpta e cod. regio 2610) p. 173 (Ἀγλαά· παρὰ τὴν αἴγλην· ἐφ’ οἷ τις ἀγάλλεται καὶ λαμπρύνεται [the ἤ showing that these are two different etymologies is dropped]); ibid. (excerpta e cod. Darmstadino 2773), alpha, p. 611 (ἀγλάα παρὰ τὴν αἴγλην τὰ λαμπρά· ἑφ’ οἷς τὶς ἀγάλλεται ἢ λαμπρύνεται); Choeroboscus, Epimerismi in Psalmos, p. 96 (*Ἀγαλλιᾶσθε, ἐγκλίσεως προστακτικῆς, τὸ θέμα, ἀγαλλιῶ, τοῦτο παρὰ τὸ ἀγάλλω, τοῦτο παρὰ τὸ ἀγλαὸν, τοῦτο παρὰ τὸ αἴγλη, τοῦτο παρὰ τὸ ἀΐσσω τὸ ὁρμῶ); Epimerismi homerici Il. 1, 23c1 (ἀγλαά: παρὰ τὸ ἀγάλλω· ἐφ’ ᾧ τις ἀγάλλεται. ἢ παρὰ τὸ αἴγλη, ὅ ἐστιν ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω, τὸ ὁρμῶ· ἡ γὰρ αἴγλη ὁρμητική); ibid., 1, 37c (ἀργυρότοξε: —ἐκ τοῦ ἀργόν ὀνόματος, σημαίνει δὲ τὸ καθαρόν·— γέγονε δὲ ἐκ τοῦ ἀργός, ὃ σημαίνει τὸ λαμπρόν· ὁ λαμπρὸν τόξον ἔχων ἢ λευκόν· τοῦτο παρὰ τὸ ἀγλαός· τοῦτο παρὰ τὸ αἴγλη, αἴγλον καὶ ἀποβολῇ τοῦ ι ἄγλον καὶ τροπῇ τοῦ λ εἰς ρ ἀργόν); Etym. Gudianum, alpha, p. 15 (Ἀγλαά <Α 23>· παρὰ τὸ ἀγάλλω· ἐφ’ ᾧ τις ἀγάλλεται. ἢ παρὰ τὸ αἴγ⸤λη, ὅ ἐστιν ἀπὸ τοῦ ἀΐσσω, τὸ ὁρμῶ· ἡ γὰρ⸥ λαμπηδὼν ὁρμητική. ἐφ’ οἷς τις ἀγάλλεται καὶ λα⸤μπρύνεται); ibid., alpha, p. 188 (Ἀργυρότοξε <Α 37>· ἐκ τοῦ ἀργόν, ὃ σημαίνει τὸ καθαρόν, καὶ τὸ τόξον, ἤγουν τὸ ὅπλον, τουτέστιν ὁ λαμπρὸν τόξον ἔχων. τὸ δὲ ἀργός σημαίνει τὸν λευκόν· [τοῦτ’ ἔστι παρὰ τὸ ἀγλαός] τοῦτο παρὰ τὸ αἴγλη αἰγλός, ἀποβολῇ τοῦ ι καὶ μεταθέσει ἀλγός καὶ τροπῇ τοῦ λ <εἰς ρ> ἀργός); Etym. Gudianum Additamenta, alpha, p. 15 (Ἀγ⟧λαός· παρὰ τὴν αἴγλην· ἐφ’ οἷς τις ἀγάλλεται καὶ λαμπρύνεται); Etym. Magnum, Kallierges, p. 5 (Ἀγαλλιῶ: Παρὰ τὸ ἀγλαόν. Τοῦτο παρὰ τὴν αἴγλην· [τὸ δὲ παρὰ τὸ ἄγαν καὶ τὸ ἅλλω, τὸ πηδῶ.]); ibid., p. 11 (Ἀγλαά: Τὰ λαμπρὰ, παρὰ τὴν αἴγλην, ὅ ἐστι τὴν λαμπρότητα, ἐφ’ οἷς τις ἀγάλλεται· ἢ παρὰ τὸ   ἄγαν ἅλλεσθαι, ἀγαλαὰ, καὶ κατὰ συγκοπὴν ἀγλαά); ibid., p. 11 (Ἀγλαΐα: Παρὰ τὸ ἀγλαός· τὸ δὲ ἀγλαὸς παρὰ τὴν αἴγλην· λαμπρότης, κάλλος); Etym. Symeonis,  vol. 1, p. 18 (ἄγαλμα (Δ 144)· ἀγαλλίαμα, καλλώπισμα, πᾶν ἐφ’ ᾧ τις ἀγάλλεται. ἄλλοι δὲ ἄγαλμα εἶπον τὸ ξόανον. τὸ δὲ ἄγαλμα παρὰ τὸ ἀγάλλω, τοῦτο παρὰ τὸ ἀγλαόν, τοῦτο παρὰ τὸ αἴγλη. ἢ παρὰ τὸ ἄγαν καὶ τὸ ἅλλω, τὸ πηδῶ); ibid., p. 40 (ἀγλαά (Α 23 ...)· τὰ λαμπρά· παρὰ τὴν αἴγλην, τουτέστι τὴν λαμπρότητα, ἐφ’ οἷς τις ἀγάλλεται· ἢ παρὰ τὸ ἄγαν ἅλλεσθαι ἀγαλαά καὶ κατὰ συγκοπὴν ἀγλαά); ibid., p. 40 (ἀγλαΐα· ἀπὸ τοῦ ἀγλαός ἀγλαΐα· τὸ δὲ ἀγλαός παρὰ τὴν αἴγλην); ibid., p. 170 (τὸ δὲ ἀγλαόν παρὰ τὸ αἴγλη); Tzetzes, Exegesis in Homeri Iliadem 1, 23 (ἀγλαά· ἢ ἀπὸ τοῦ αἴγλη, ἡ λαμπρότης, αἰγλαὰ καὶ ἀγλαὰ Ἀττικῶς, ὡς τὸ κλαίω κλάω, καὶ τὰ ὅμοια· ἢ ἀπὸ τοῦ ἀγάλλω, ἀγαλαά, τὰ χαρμόσυνα, καὶ συγκοπῇ Αἰολικῇ ἀγλαά); Ps.-Zonaras, Lexicon, alpha, p. 30 (Ἀγλαά. τὰ λαμπρά. [παρὰ τὸ ἄγαν ἅλλεσθαι ἀγαλάα καὶ κατὰ συγκοπὴν ἀγλαά· ἢ παρὰ τὴν αἴγλην.])

Modern etymology

Unclear, maybe connected with ἀγάλλομαι (Beekes, EDG)

Persistence in Modern Greek

The word is only used as a learned form in MG but the denominative αγλαΐζω "to adorn" is kept.

Entry By

Le Feuvre